ξαναγεννιέμαι

ξαναγεννιέμαι
ξαναγεννιέμαιιούμαι возрождаться; оживать, воспрянуть духом

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "ξαναγεννιέμαι" в других словарях:

  • ξαναγεννιέμαι — και ξαναγεννιούμαι ξαναγεννήθηκα, ξαναγεννημένος 1. γεννιέμαι ξανά, άλλη μια φορά. 2. αναζωογονούμαι, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου, συνέρχομαι: Έφυγα από υπάλληλος και ξαναγεννήθηκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναβιώνω — (Α ἀναβιῶ, όω) επανέρχομαι στη ζωή, ξαναζώ, ξαναγεννιέμαι νεοελλ. επαναφέρω κάτι στη ζωή, ξαναζωντανεύω, αναζωπυρώνω, επαναδραστηριοποιώ, ενεργοποιώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνὰ + βιῶ. ΠΑΡ. ἀναβίωσις ( η) μσν. ἀναβίωμα] …   Dictionary of Greek

  • αναβλέπω — (Α ἀναβλέπω) 1. στρέφω το βλέμμα μου προς τα επάνω, κοιτάζω επάνω, 2. ανακτώ την όραση μου αρχ. ακμάζω πάλι, ξαναγεννιέμαι, αναζωογονούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + βλέπω. ΠΑΡ. ανάβλεμμα, ανάβλεψις] …   Dictionary of Greek

  • αναστοιχειώ — ἀναστοιχειῶ ( όω) (Α) [στοιχείον] 1. αναλύω κάτι στα αρχικά του στοιχεία, διαλύω 2. παθ. ξαναπλάθομαι, ξαναγεννιέμαι …   Dictionary of Greek

  • εξαναγεννώμαι — ἐξαναγεννῶμαι, άομαι (Α) αναγεννώμαι, ξαναγεννιέμαι …   Dictionary of Greek

  • μεταγεννώ — μεταγεννῶ, άω (Α, Μ μέσ. μεταγεννοῡμαι) μέσ. μεταγεννῶμαι και μεταγεννοῡμαι ξαναγεννιέμαι μσν. αλλάζω, μεταβάλλομαι αρχ. δίνω νέα ζωή σε κάτι, ξανανιώνω, αναγεννώ, αναζωογονώ κάτι («μεταποιεῑ καὶ μεταγεννᾷ τὰς ψυχάς», Ιώσ.) …   Dictionary of Greek

  • ξαναγεννώ — άω 1. αναγεννώ, δημιουργώ κάτι ή κάποιον εκ νέου 2. μέσ. ξαναγεννώμαι και ξαναγεννιέμαι και ξαναγεννιούμαι α) γεννιέται για δεύτερη φορά β. ανακτώ τις δυνάμεις μου, αναγεννώμαι, αναζωογονούμαι γ) μεταβάλλομαι ριζικά, γίνομαι εντελώς άλλος («μα… …   Dictionary of Greek

  • ξανανιώνω — και ξανανεώνω 1. κάνω πάλι κάποιον νέο ή κάνω κάποιον να νιώσει πάλι νέος, αναζωογονώ 2. ξανακάνω κάτι καινούργιο 3. επανέρχομαι στην πρώτη μου ακμή 4. γίνομαι ή αισθάνομαι πάλι νέος, ακμαίος, αναζωογονούμαι («αν άσπρισ , αν εγέρασα, για σέ θα… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»